Uncategorized

Οι εικόνες του τέμπλου του Ι. Ν. Αγίου Αντωνίου Σπετσών

Στο ξύλινο τέμπλο του ναού του Αγίου Αντωνίου Σπετσών βρίσκονται τέσσερις μεγάλες δεσποτικές εικόνες: του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου και του Αγίου Αντωνίου. Η εικόνα του Αγίου Αντωνίου φέρει την υπογραφή του ζωγράφου Κωνσταντίνου Αρτέμη και την χρονολογία 1931, οι υπόλοιπες είναι αχρονολόγητες και ανυπόγραφες.Όλες είναι ελαιογραφίες σε ξύλο, ενώ οι διαστάσεις τους είναι 1,76Χ0,68. Οι εικόνες της Παναγίας, του Χριστού και του Προδρόμου έχουν δεχθεί έντονη και κακή επιζωγράφιση μέχρι του σημείου να αμφισβητείταιεπιστημονικάεάν είναιπράγματι έργα του ανωτέρου ζωγράφου ή έργα μαθητών του. Πιο αναλυτικά ο Χριστός εικονίζεται ένθρονος σε μαρμάρινο θρόνο, φορά ροδί χιτώνα και ιμάτιο μπλε. Το δεξί του χέρι βρίσκεται σε στάση ευλογίας και με το αριστερό κρατά ανοικτό ευαγγέλιο με μεγαλογράμματη επιγραφή ΕΓΩ ΕΙΜΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ο ΑΚΟΛΟΥΘΩΝ ΕΜΟΙ ΟΥ ΜΗ ΠΕΡΙΠΑΤΗΣΕΙ ΕΝ ΤΗ ΣΚΟΤΙΑ ΑΛΛ’ ΕΞΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ (Ιω. 8,12).Η Παναγία εικονίζεται και αυτή ένθρονη σε μαρμάρινο θρόνο και κρατά στην αγκαλιά της το μικρό Χριστό. Φορά γαλαζοπράσινο χιτώνα και ροδί μαφόριο, ενώ ο μικρός Χριστός άσπρο χιτώνα και ιμάτιο στην απόχρωση της ώχρας. Ο Πρόδρομος εικονίζεται ολόσωμος σε όρθια στάση και μετωπικός. Φορά καφέ μηλωτή και πράσινο ιμάτιο, κρατά σταυρό και ανοικτό ειλητάριο με μεγαλογράμματη επιγραφή ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ ΗΓΓΙΚΕ ΓΑΡ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ. Ο άγιος Αντώνιος εικονίζεται ολόσωμος, μετωπικός σε όρθια στάση. Φορά σκούρα μοναχικά ενδύματα, τα οποία καλύπτονται με  πορφυρό μανδύα. Στο δεξί του χέρι κρατά σταυρό ευλογίας και με το αριστερό κρατά ανοικτό ειλητάριο με την επιγραφή ΜΗ ΑΠΑΤΑ ΣΕ ΜΟΝΑΧΕ ΧΟΡΤΑΣΙΑ ΚΟΙΛΙΑΣ ΑΛΛ’ ΥΠΟΤΑΓΗ ΜΕΤ’ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ. Κάτω δεξιά διαβάζουμε την υπογραφή του ζωγράφου και την χρονολογία  Κ. Αρτέμης 1931. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια είναι το πως αποδίδει ο Αρτέμης με άφθαστο ρεαλισμό το αριστερό χέρι του Αγίου. Ο ρεαλισμός είναι δείγμα της ναζαρηνής τέχνης που εκπροσωπούσε ο ζωγράφος.                                                                

Ο Κωνσταντίνος Αρτέμης που γεννήθηκε στην Αμοργό (1878-1972) υπήρξε από τους τελευταίος Έλληνες δυτικότροπους ακαδημαϊκούς ζωγράφους. Επηρεασμένος από την τέχνη των Ναζαρηνών, η δράση του ξεκινά στα τέλη του 19ου  αι. και φτάνει μέχρι το τρίτο τέταρτο του 20ου. Μαθητής του Νικολάου Λύτρα στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και προστατευόμενος της βασίλισσας  Όλγας πηγαίνει με υποτροφία στην Αγιογραφική Σχολή της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης, την οποία έχει ιδρύσει ο ναζαρηνός ζωγράφος AlexanderIvanov(1806-1858). Από το τεράστιο σε όγκο εικονογραφικό του έργο, σε πενήντα πέντε ναούς σε ολόκληρη την Ελλάδα, θα αναφέρουμε ενδεικτικά  τις εικόνες των ναών: Αγίου Βασιλείου Τρίπολης (1918), Αγίας Σοφίας Μερόπειου Φιλανθρωπικού Ιδρύματος Ακρόπολης Αθηνών (1929), Αγίου Κωνσταντίνου Πειραιά (1930), Αγίου Αντωνίου Σπετσών (1931), Αγίου Βασιλείου οδού Μετσόβου Αθηνών (1934-1955), Αγίας Αικατερίνης και παρεκκλησίου Αγίου Βικεντίου Καστέλας Πειραιώς (1938), Θωρηκτού Αβέρωφ (1941) και Αγίας Τριάδας (Αγίου Νεκταρίου) Αίγινας (1952).

 Η τεχνοτροπία και η τεχνική των εικόνων του παραπέμπει στη τέχνη των Ναζαρηνών. Toκαλλιτεχνικό αυτό ρεύμα στην Ελλάδα το εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Φανέλλης το 1840 με θεωρητικό δάσκαλο το Βαυαρό Λουδοβίκο Θείρσιο και συνεχιστή τον Χατζηγιαννόπουλο. Συνοπτικά οι βασικές αρχές και η ιστορική πορεία του κινήματος  στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος ήταν ότι το κίνημα των Ναζαρηνών που επικράτησε στην εκκλησιαστική ζωγραφική κατά τον 19ο  αι. και αρχές του 20ου  στον ελλαδικό χώρο οραματιζόταν τη ‘βελτίωση’  της βυζαντινής τέχνης, παραμερίζοντας την αυγοτέμπερα και τη δισδιάστατη ζωγραφική της παράδοσης και εισηγείται  την τρισδιάστατη ελαιογραφία και τη φυσιοκρατική απόδοση των μορφών. Η ανθρωποκεντρική τέχνη της Δύσης αντικαθιστά την υπερβατική βυζαντινή τεχνοτροπία, μετατρέποντας την εικόνα σε θρησκευτική ζωγραφιά. Τα έργα των Ναζαρηνών προσπαθούν να προκαλέσουν στον πιστό συγκίνηση, συμπόνια και συμπάθεια. Προσπαθώντας να διατυπώσουν το άρρητο και να το εικονίσουν, τοποθετούν το θείο, το ανείπωτο και το άπειρο στην ορθολογιστική και συναισθηματική σφαίρα του ανθρώπου συρρικνώνοντας την πίστη σε συναίσθημα. Τα πάντα μεταφέρονται πολύ κοντά στον άνθρωπο και στις εικόνες επικρατούν οι νόμοι της βαρύτητας, δρομολογώντας την εκκοσμίκευση της αγιογραφίας. Στη διάδοση του εκδυτικισμού της θρησκευτικής τέχνης συνέβαλε και η ετερόδοξη πολιτική ηγεσία των Βαυαρών όπως επίσης οι ιδεολογικές και πνευματικές συνθήκες οι οποίες εξέβαλαν στη σχισματική ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το μετασχηματισμό του νεοελληνικού κράτους σε σύγχρονο ευρωπαϊκό, οδηγώντας με τον τρόπο αυτό στη βίαιη αποκοπή του ομφάλιου λώρου της εικαστικής  παράδοσης. Το ναζαρηνό κίνημα είχε επίσημη διάρκεια εκατό χρόνια (1830-1930) αν και ανεπίσημα επιβίωσε διαμέσου των χάρτινων εικόνων που διένειμαν  τα κατηχητικά σχολεία μέχρι το 1960.

Έχοντας ως βάση το δυτικότροπο αυτό κίνημα στις αποσκευές του ο Κ. Αρτέμης, κερδίζει το 1916 το διαγωνισμό για την εικονογράφηση του εικονοστασίου του Αγίου Βασιλείου στην Τρίπολη. Με την εικονογράφηση του τέμπλου του Αγίου Βασιλείου, μητροπολιτικού ναού της   Τρίπολης, ξεκινά η επίσημη παρουσία του Αρτέμη ως αγιογράφου, ο οποίος για εξήντα σχεδόν χρόνια υπηρέτησε και καλλιέργησε την ιερή αυτή τέχνη. Ο Κ. Αρτέμης στις μορφές του δημιουργεί έντονα συναισθήματα. Ο υπερτονισμός του συναισθήματος είναι από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ναζαρηνού κινήματος, στο οποίο ανήκει και υπηρετεί ο ζωγράφος. Η εικόνα γίνεται στο σύνολο της ένας καθρέφτης του ορατού κόσμου. Η ζωγραφική του επιφάνεια αποτελεί πλέον ένα παράθυρο της πραγματικότητας. Πρόκειται για ένα εικαστικό επίτευγμα, στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά η χρήση της ελαιογραφίας, της τεχνικής, δηλαδή που αντικατέστησε την αυγοτέμπερα των Βυζαντινών. Ακολουθώντας την ναζαρηνή τέχνη προσάρμοσε το έργο του στα μέτρα και τα όρια του ανθρώπου προσπερνώντας την ορθόδοξη βυζαντινή τέχνη, η οποία έβλεπε την αγιογραφία ως μυστηριώδη αντανάκλαση του μεταφυσικού κόσμου. Τα ιερά πρόσωπα απεικονίζονται με ρεαλισμό ως κοινοί άνθρωποι, με τα συναισθήματά τους να εκφράζονται άμεσα. Τονίζονται δηλαδή ο πόνος, η ομορφιά και η χαρά των εικονιζόμενων μορφών. Συμπερασματικά τα έργα του Κ. Αρτέμη, ακολουθώντας τη δυτική θρησκευτική τέχνη, είναι γαλήνια, αρμονικά μα πάνω απ’ όλα ανθρωποκεντρικά, πράγμα που ευνοεί την καλύτερη αποδοχή τους.

Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι δυνατά και έντονα. Με κυρίαρχα το μπλε, το γαλάζιο, το κόκκινο, το κίτρινο, αποχρώσεις δηλαδή που φανερώνουν έντονα την επίδραση της ρωσικής εκκλησιαστικής ζωγραφικής. Χαρακτηριστική είναι επίσης η τεχνική, με την οποία χειρίζεται χρωματικά τις συνθέσεις του, με διαφανείς επιστρώσεις, που δίνουν την αίσθηση της διαύγειας και ενός παλλόμενου φωτός. Η τεχνική αυτή σχετίζεται πολύ με την τεχνική που εφάρμοσε ο Α. Ivanovήδη από τα μέσα του 19ουαι., σε υδατογραφίες με βιβλικά θέματα, όπως Ο Άγγελος εμφανίζεται στον Προφήτη (Μόσχα,TretyakovGallery). Από την άποψη της τεχνοτροπίας ο Αρτέμης επηρεάζεται σημαντικά από τη ρωσική τέχνη του 19ουαι. και το ρεαλιστικό χαρακτήρα της. Η προσέγγισή του έχει περισσότερες πνευματικές συνδηλώσεις και σχετίζεται με την ανακάλυψη της θεολογίας της εικόνας από Ρώσους λογίους και αρχαιολόγους του 19ουαι., όπως ο Θεόδωρος Ουσπένσκυ.  Όπως και άλλοι ζωγράφοι σε διάφορες εποχές, έτσι και ο Αρτέμης – έχοντας παγιώσει ορισμένους εικονιστικούς τύπους μορφών και παραστάσεων ευρύτερου εικονογραφικού προγράμματος – τους μεταφέρει σε ανθίβολα που τον βοηθούν στην πιστή αντιγραφή των συνθέσεων στις επιφάνειες των τοίχων στους διάφορους ναούς ή στις φορητές εικόνες, ανάλογα με τις παραγγελίες που δεχόταν. Την παραπάνω παρατήρηση  επιβεβαίωνε το πλήθος των σχεδίων του ζωγράφου που δώρισε το ζεύγος Σταμάτη και Ουρανίας Ιωαννίδου (το γένος Αρτέμη), γαμπρός και κόρη του ζωγράφου αντίστοιχα, στην Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.

Το τέλος της σχολής των Ναζαρηνών και η επιστροφή στην παράδοση γίνεται από την περίφημη γενιά του ’30 με επικεφαλής τον Φ. Κόντογλου (1895-1965). Αν και οι Ναζαρηνοί , σύμφωνα με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, «έκοψαν τη γλυκειά παράδοση και μαζί μ’ αυτήν τα γεφύρια της επιστροφής», ο Κόντογλου ήταν αυτός που έσκυψε, συγκέντρωσε τις διάσπαρτες πέτρες και έβαλε τις βάσεις, για να ξαναστηθεί το γεφύρι της παράδοσης. Μια νέα γενιά καλλιτεχνών με επικεφαλής τον Φ. Κόντογλου προβαίνουν σε μια μορφολογική αλλαγή και στροφή προς την παράδοσή μας. Μέσα σ’ αυτούς ξεχωρίζουμε τον Δημήτρη Πελεκάση (1881-1972), τον Σπύρο Παπαλουκά (1892-1957) και τον Τάσο Λουκίδη (1884-1972).  Στη γενιά του Κόντογλου ανήκουν επίσης ο Αγήνωρ Αστεριάδης (1898-1977) και ο Σπύρος Βασιλείου (1902-1985). Το όχι και τόσο μικρό διάλειμμα κυριαρχίας των νατουραλιστικών τάσεων του 19ου αι., με τους Ναζαρηνούς σταματά εδώ με τους ζωγράφους της γενιάς του Κόντογλου, ο οποίος μας αποκάλυψε το προζύμι της παράδοσης και μεταπλάθοντάς το μας το πρόσφερε σε άρτο και νήμα πνευματικής ζωής. 

Του Ιωάννη  Β. Φριλίγκου                                                                                                                                                                                                                   

Δρ. Βυζαντινής Τέχνης και Αρχαιολογίας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: